Θεραπευτική ιστορία: Η πέτρα στην τσέπη
Ένας άνθρωπος, κουρασμένος και βαρύς από τις έγνοιες του, πήγε μια μέρα σ’ έναν γέρο κηπουρό που έλεγαν πως ήξερε να γιατρεύει τις ψυχές.
«Δοκίμασα τα πάντα», του είπε. «Να ξεχάσω, να φύγω, να αλλάξω… μα ο πόνος μένει πάντα εκεί».
Ο κηπουρός δεν είπε τίποτα. Τον πήγε πίσω από το σπίτι του, σ’ έναν κήπο γεμάτο λουλούδια αλλά και μεγάλες πέτρες σκορπισμένες παντού.
«Διάλεξε μια πέτρα και κράτησέ τη μαζί σου όλη μέρα», του είπε.
Ο άνθρωπος πήρε μια πέτρα. Στην αρχή του φάνηκε ελαφριά, αλλά όσο περνούσε η μέρα, ένιωθε όλο και πιο πολύ το βάρος της.
Το βράδυ γύρισε εξαντλημένος.
«Πώς ήταν;» ρώτησε ο κηπουρός.
«Δύσκολο… στην αρχή δεν το κατάλαβα, μα τώρα πονάει ο ώμος μου».
«Έτσι είναι και με τον ανείπωτο πόνο», είπε ο γέρος. «Τον κουβαλάς χωρίς να συνειδητοποιείς πόσο σε βαραίνει».
Την επόμενη μέρα, ο κηπουρός του ζήτησε να διαλέξει μια μικρή πέτρα και να τη βάλει στην τσέπη του.
«Κάθε φορά που θα την αισθάνεσαι, σταμάτα για λίγο και πάρε μια βαθιά ανάσα. Μην την πετάξεις∙ απλώς να θυμάσαι ότι είναι εκεί».
Οι μέρες πέρασαν. Η πέτρα έγινε γνώριμη, κομμάτι του. Μερικές φορές του θύμιζε τον πόνο του, άλλες τη δύναμή του.
Ώσπου ένα πρωί κατάλαβε πως… δεν την ένιωθε πια.
Γύρισε στον κηπουρό, κι εκείνος χαμογέλασε:
«Δεν πέταξες την πέτρα, μα έμαθες να την κουβαλάς αλλιώς. Μερικά βάρη δεν φεύγουν∙ γίνονται τόποι μέσα σου όπου έχεις γίνει πιο δυνατός».
Πού είναι η δική σου πέτρα; Και πώς τη κουβαλάς σήμερα;


